Αφού μελετήσετε την υποενότητα 1.2.1, ως καθαρά εισαγωγική, και τις υποενότητες 1.3.5, 1.3.6, 2.1.2 (πλην της Δραστηριότητας 1/2), 2.1.3, καθώς και όλη την ενότητα 2.2 από την Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, τόμος Β΄, εστιάστε την προσοχή σας στα ποιήματα Πρελούδιο, Βιβλίο VI(απόσπασμα) του Γουέρντσγουερθ και «Φθινόπωρο» του Λαμαρτίν, που επισυνάπτονται, και προσπαθήστε να πραγματευτείτε διαδοχικά τα παρακάτω ζητήματα:
1. Αναπτύξτε συνοπτικά την εξελικτική πορεία του ποιητικού λόγου από το 2ο ήμισυ του 18ου αιώνα ως τα μέσα του 19ου αιώνα, που οδήγησε σταδιακά στην έλευση της ρομαντικής ποίησης, και αναφέρατε τα κυριότερα είδη της εν λόγω ποίησης. (αρ. λέξεων 400).
2. Με βάση τις εικόνες και τα εκφραστικά μέσα των δύο ποιημάτων, σχολιάστε α) πώς διαμορφώνεται η σχέση φύσης και ποιητικού υποκειμένου και β) πώς αναδιαμορφώνεται το ποιητικό υποκείμενο από τη σχέση αυτή (αρ. λέξεων 700).
3. Μελετήστε τη διαλεκτική σχέση ζωής/θανάτου στα δύο ποιήματα και συγκρίνετε την πεσιμιστική ή αισιόδοξη κατ’ εσάς αντίληψη που τα διαπνέει. (αρ. λέξεων 500).Η ανάπτυξη των ζητημάτων 2 & 3 θα πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένες αναφορές στα υπό εξέτασιν ποιήματα.
Η έλευση του ρομαντισμού
Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα εμφανίστηκε ένα λυρικό είδος ποίησης που εμπνεόταν από την φύση και με μελαγχολικά θέματα. (σ.27) Μαζί, υπήρξε και μια στροφή προς το παρελθόν, την τοπική λογοτεχνία και τα λαϊκά τραγούδια. Σημαντικό δείγμα αυτής της στροφής ήταν η δημοσίευση από τον Τζέημς Μακφέρσον μιας συλλογής ποιημάτων για τα οποία ισχυρίστηκε ότι ήταν μεταφράσεις από αρχαία ποίηση του βάρδου Όσσιαν. Η ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων με μια περιγραφή της φύσης που προκαλούσε δέος επηρέασε τους μεταγενέστερους ποιητές.[1]
Το γερμανικό κίνημα «Θύελλα και Ορμή» αντιτάχθηκε στον στείρο ορθολογισμό και τους κανόνες, και έδωσε έμφαση στην εκδήλωση συναισθημάτων μέσα από την τέχνη. Το κίνημα αποτέλεσε μια επανάσταση κατά του γαλλικού κλασικισμού και των λογοτεχνικών συβάσεών του και είχε τον χαρακτήρα ραγδαίας ρήξης με το κατεστημένο. Χαρακτηριστικό δείγμα του κινήματος είναι το επιστολικό μυθιστόρημα του Γκαίτε Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου στο οποίο το υποκείμενο πρόσωπο εμφανίζεται να αναγνωρίζει στην Φύση τον καθρέπτη της ευαίσθητης ψυχικής του διάθεσης.[2]
Το έργο του Ρουσσώ που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και συναισθηματισμό, εισήγαγε στην λογοτεχνία την ονειροπόληση, το πάθος και μια σημαντική θέση για την Φύση, στοιχεία που εμφανίστηκαν στον επερχόμενο ρομαντισμό.[3]
Το ρομαντικό ρεύμα αναπτύχθηκε από το τέλος του 18ου αιώνα μέσα από τις επιθυμίες των δημιουργών να αποδεσμευτούν από τις συμβάσεις του κλασικισμού και να εκφραστούν ελεύθερα. Οι ρομαντικοί συγγραφείς ανήγαγαν την ευαισθησία ως κύριο χαρακτηριστικό τους και προάσπισαν την ελευθερία τους στην επιλογή θεμάτων και τρόπων έκφρασης. Πηγή έμπνευσης σταματά να είναι η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αλλά είναι πλέον η ιστορία των βόρειων λαών και ο μεσαίωνας.
Ο ρομαντισμός επίσης χαρακτηρίζεται από πεσιμισμό και μελαγχολία που διαχέεται μέσα στα έργα. Οι απογοητεύσεις και η απόγνωση των συγγραφέων τους οδηγούν να καταφύγουν στην διέξοδο ενός ιστορικού παρελθόντος, την ονειροπόληση ή την ενασχόληση με τον θάνατο.
Κύρια ρεύματα του ρομαντισμού ήταν στην Αγγλία, την Γερμανία και την Γαλλία. Στην Αγγλία, ο Γουέρντσγουορθ εξέφρασε την εσωτερικότητά του μέσα από την επαφή με την Φύση και την εξύμνησή της που ακολουθήθηκε αργότερα από τον Σέλλεϋ, ενώ ο Κόλριτζ στράφηκε στην φαντασία και το μεταφυσικό. Ο ρομαντισμός στη Γερμανία, ως συνέχεια της Θύελλας και Ορμής στράφηκε προς τη φύση, το συναίσθημα και τη φαντασία με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την αποσπασματικότητα της δημιουργίας. Σημαντικές μορφές ήταν ο θεωρητικός Φρήντριχ Σλέγκελ και ο ποιητής Νοβάλις. Ο γαλλικός ρομαντισμός άνθισε καθυστερημένα παρά τις βάσεις που είχε στο έργο του Ρουσσώ. Εδώ είχε την μορφή μιας πραγματικής επανάστασης κατά του κλασικισμού. Απαρχή του θεωρείται η δημοσίευση των Ποιητικών Στοχασμών του Λαμαρτίν. Στην αρχή οι γάλλοι ρομαντικοί ήταν διασπασμένοι σε διάφορες τάσεις, αλλά αργότερα συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Βίκτωρα Ουγκώ που όρισε τον ρομαντισμό ως τον «φιλελευθερισμό στη λογοτεχνία»[4].
Κατεξοχήν είδος της ρομαντικής ποίησης είναι οι ελεγείες και γενικά η προσωπική ποίηση με εκφραστές ποιητές όπως τον Μπάυρον, τον Σέλλεϋ, τον Ουγκώ, τον Μυσσέ. Οι δυο τελευταίοι κυριάρχησαν και στην ερωτική ρομαντική ποίηση με επίκεντρο την Γαλλία. Ο Χάινε είναι αυτός που στράφηκε στην πολιτική ποίηση φεύγοντας από τον μελαγχολικό και ερωτικό λυρισμό. Άλλα ρομαντικά είδη που εμφανίστηκαν ήταν η φιλοσοφική και θρησκευτική ποίηση υπό την κυριαρχία του σπιριτουαλισμού, και η επικολυρική ποίηση με θεματολογία από την εθνική ιστορία και παράδοση αλλά και εξωτικούς θρύλους. Η ποίηση με περιγραφή της καθημερινότητας ήταν μια αντίδραση στον κλασικισμό και η Φύση ήταν έμπνευση και κύριο γνώρισμα στον λυρικό ρομαντισμό.
Φύση και ποιητικό υποκείμενο
Η περιγραφή της Φύσης είναι χαρακτηριστικό και στα δύο διδόμενα ποιήματα. Πέρα από τις μορφολογικές διαφορές τους η χρήση της από τους δημιουργούς αλλά και το αποτέλεσμα που επιφέρει είναι διαφορετικό.
Το ποίημα του Γουέρντσγουορθ παρουσιάζει έντονες εικόνες με αντιφατικά και οξύμωρα σχήματα:
… Το απροσμέτρητο ύψος
Των δέντρων που σαπίζουν, χωρίς ποτέ να σαπίσουν
Οι στάσιμες εκρήξεις των χειμάρρων
Παρατηρεί τον εξωτερικό κόσμο και μεταδίδει αδιάκοπα εικόνες που παρατηρεί και προκαλούν συναισθήματα. Ο Γουέρντσγουορθ πέρα από την εξωτερική όψη των φυσικών πραγμάτων, βλέπει και ένα κρυμμένο νόημα μέσα σε αυτά:
Έμοιαζαν όλα πλάσματα του νου, στοιχεία
Του ίδιου προσώπου, μπουμπούκια πάνω στο ίδιο δέντρο;
Χαρακτήρες της μεγάλης Αποκάλυψης
Τα σύμβολα και οι εξισώσεις της Αιωνιότητας
Της πρώτης και της τελικής, και της ενδιάμεσης και στους αιώνας
των αιώνων.
Τα σχήματα που διαμορφώνει ο Γουέρντσγουορθ είναι που αναδεικνύουν αυτό το κρυμμένο νόημα. Ο ίδιος είχε γράψει ότι «τα συνηθισμένα πράγματα πρέπει να φανερώνονται στο νου με ασυνήθιστη όψη [τροποποιημένα από την ποιητική φαντασία, ικανά να αποκαλύψουν το άρρητο μυστήριο που ελλοχεύει ακόμη και στο πιο κοινότοπο πράγμα]».[5]
Αυτή η φαντασία, μια διανοητική ικανότητα μεταξύ του αισθητικού και του μυστηριακού[6], εξυμνείται παρακάτω:
Φαντασία! – που αναδύεται
Μπροστά στα μάτια και το ξετύλιγμα του τραγουδιού μου
Σαν ανέστιος ατμός…
…Με τέτοια δύναμη
Σφετερισμού, με τέτοιες επισκέψεις
Τρομακτικών υποσχέσεων, όταν το φως της λογικής
Σβήνει με αστραπές που μας αποκαλύπτουν
Τον αόρατο κόσμο, έτσι μας στέλνει τους οιωνούς τους η Απεραντοσύνη.
Η φαντασία αποσπά την ποίηση από την πραγματική φύση και εξυψώνει τον λόγο του ποιητή σε ανώτερο οντολογικό επίπεδο. Δίνει μια νέα ενόραση στον ποιητή και τρόπο να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο.
Το «Φθινόπωρο» του Λαμαρτίνου, είναι μια λυρική ελεγεία όπου η Φύση περιγράφεται απλά, χωρίς φανταστικές παρεκτροπές που βλέπουμε στον Γουέρντσγουορθ. Ο Λαμαρτίν, παρουσιάζει την μελαγχολική όψη που βλέπει στην φθινοπωρινή φύση και ταιριάζει με την δική του μελαγχολική διάθεση:
Χαίρετε, ω δάση, με τη λίγη ακόμα χλόη!
Φύλλα ξερά στο έδαφος πεσμένα!
Ύστατες μέρες όμορφες! Όλα είν’ αλόη
και πένθος, που ταιριάζουνε σε μένα!
Μεταξύ της φύσης και του εσωτερικού κόσμου του ποιητή υπάρχει ένα είδος ταύτισης, που ξεδιπλώνεται από ξεκάθαρες ποιητικές παρομοιώσεις: «Είμαι δρομάκι έρημο που κανείς αργοπερνά».
Στον Λαμαρτίν, η παρατήρηση της φύσης είναι πρόσχημα για την διατύπωση των συναισθημάτων του. Βλέπει την φύση μόνο ως αντανάκλαση της προσωπικής του διάθεσης χωρίς να επηρεάζεται ο ίδιος από αυτή.
Ο Γουέρντσγουορθ, περιέγραψε τον ποιητικό λόγο ως «αυθόρμητο ξέσπασμα ισχυρών συναισθημάτων»[7] που προκύπτουν ασυνείδητα από την όψη της Φύσης και την Φαντασία του. Οι εικόνες που οραματίζεται ο ποιητής του επιτρέπουν να ανυψωθεί πνευματικά όπως περιγράφει ο ίδιος στο ποίημα:
Μαχητικός ο νους κάτω από τέτοια εμβλήματα
Ξεχνά το πλιάτσικο, τα τρόπαια ή τις κτήσεις
Που θα μαρτυρήσουν τη γενναιότητά του με τις ευλογίες σκέψεων
Οι οποίες αποτελούν το ίδιο τους το τέλος και την επιβράβευση –
Δυναμωμένος από την ίδια του την ύπαρξη και από την πρόσβασή του στην χαρά
Πού τον κρύβει, όπως ο Νείλος όταν ξεχειλίζει.
Είναι ξεκάθαρο ότι ενώ τα συναισθήματα του Λαμαρτίν δεν επηρεάζονται από την Φύση αλλά μόνο περιγράφονται με αυτήν ως μέσο, ο Γουέρντσγουορθ την χρησιμοποιεί ως υλικό για την φαντασία του παραδεχόμενος ότι «είναι το φαντασιακό, και μόνο, που θα πει εκείνο που βρίσκεται σε συνάφεια με το άπειρο ή στρέφεται προς αυτό, εκείνου που [τον] επηρεάζει δραστικά».[8] Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο εσωτερικός εαυτός του αποκαλύπτεται και εξελίσσεται μέσα από την επαφή με τη Φύση.[9]
Αισιοδοξία και πεσιμισμός
Έχουμε δει την διαφορετική σημασία που δίνουν οι δυο ποιητές στην Φύση, που είναι κέντρο αναφοράς στο έργο τους. Μπροστά στον μυστικιστικό πανθεϊσμό του Γουέρντσγουορθ, ο Λαμαρτίν πρόβαλλε στην φύση την απώλεια, την παροδικότητα και την αστάθεια.[10]
Στο ποίημα του Λαμαρτίν αναγνωρίζουμε τον θρήνο και την μελαγχολία που χαρακτηρίζει την ελεγειακή και προσωπική ποίηση: «Όλα είν’ αλόη και πένθος, που ταιριάζουνε σε μένα!». Παρουσιάζοντας ο Λαμαρτίν την θνήσκουσα Φύση και βλέποντας την αντανάκλαση του εαυτού του σε αυτή, τριγυρίζει συνεχώς την ιδέα του θανάτου:
Ναι, σ’ αυτές τις μέρες που η φύση μοιάζει να πεθαίνει
[…]
Έτσι, έτοιμοι πια ν’ αφήσουμε για πάντα τη ζωή…
Ο ποιητής είναι διχασμένος ανάμεσα στα συναισθήματα που του προκαλούν μελαγχολία ή τον συγκρατούν, όπως βρίσκει στην Φύση ομορφιά ακόμη και μέσα στο φθινόπωρο με τα πεσμένα φύλλα.
Ο αγέρας όλο άρωμα! το φως λαμπρό στη δύση!
Ωραίος ήλιος! Μελλοθάνατος εγώ που τον κοιτάω!
Παρακάτω εμφανίζεται ένα δείγμα δειλής αισιοδοξίας:
Μπορεί το μέλλον να φυλάει για με ακόμα
κάποιαν αχτίνα ευτυχίας που δεν έχει χαθεί.
Μπορεί να υπάρχει μέσ’ το πλήθος ένα στόμα
ψυχής που μ’ ένοιωσε και να μ’ αποκριθεί.
Ωστόσο στους τελευταίους στίχους βλέπουμε ότι αυτή η αισιοδοξία είναι περιορισμένη. Αναμένει τον θάνατο, βλέποντας ένα είδος ομορφιάς μέσα στον θάνατο, αλλά την μελαγχολική, θλιμμένη ομορφιά του «άνθους [που] μαραίνεται σκορπώντας τ’ άρωμά του».
Ο Γουέρντσγουορθ είναι απομακρυσμένος από την σκέψη του θανάτου, η Φύση είναι ισχυρότερη από τη θνητότητα του ανθρώπου. «Αυτά τα δάση που ο θάνατος δεν μπορεί να πλησιάσει» μας λέει,
…θα αντέξουν όσο αντέχει ο άνθρωπος
Να σκέφτεται, να ελπίζει, να λατρεύει, και να αισθάνεται,
Να παλεύει, και να χάνεται μέσα στην ίδια του την ύπαρξη.
Ο Γουέρντσγουορθ μιλάει για το ανθρώπινο πνεύμα και μια ανώτερη βαθμίδα συνείδησης που μπορεί να αποκαλυφθεί μέσα από την επαφή με τη φύση. Αυτή η επαφή και η επεξεργασία της μέσω της φαντασίας, του προσδίδει δύναμη κι αισιοδοξία:
Μαχητικός ο νους κάτω από τέτοια εμβλήματα
Ξεχνά το πλιάτσικο, τα τρόπαια ή τις κτήσεις
Που θα μαρτυρήσουν τη γενναιότητά του με τις ευλογίες σκέψεων
Οι οποίες αποτελούν το ίδιο τους το τέλος και την επιβράβευση –
Δυναμωμένος από την ίδια του την ύπαρξη και από την πρόσβαση
του στην χαρά
Ο θάνατος δεν είναι παρόν στο ποίημα του Γουέρνσγουορθ, καταργείται από την αιωνιότητα της Φύσης που εξυμνεί. Το πνεύμα εξυψώνεται και ζωντανεύει, αντίθετα με τον μελαγχολικό Λαμαρτίνο που στην Φύση δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά την δική του μελαγχολία.
Βιβλιογραφία
- Martin Travers, Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία – από τον ρομαντισμό ώς το μεταμοντέρνο, επ. επιμέλεια Τ. Καγιαλής, μτφρ. Ι. Ναούμ, Μ. Παπαηλιάδη, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005
- Βλαβιανού Αντιγόνη (επιμ.), Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, Β’ έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008
[1] Βλαβιανού Αντιγόνη (επιμ.), Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, Β’ έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008, σ. 56.
[2] Βλαβιανού, ό.π., σ. 57-58.
[3] Βλαβιανού, ό.π., σ. 63-65.
[4] Βλαβιανού, ό.π., σ. 89.
[5] Martin Travers, Εισαγωγή στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία – από τον ρομαντισμό ώς το μεταμοντέρνο, επ. επιμέλεια Τ. Καγιαλής, μτφρ. Ι. Ναούμ, Μ. Παπαηλιάδη, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2005, σ. 57.
[6] Travers, ό.π., σ. 60.
[7] Travers, ό.π., σ. 62.
[8] Travers, ό.π., σ. 60.
[9] Travers, ό.π., σ. 89.
[10] Travers, ό.π., σ. 86.