Ιστοριογραφικά ρεύματα

Πρώτη Εργασία

Μελετήστε προσεκτικά τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του εγχειριδίου μελέτης, καθώς και τα αντίστοιχα άρθρα από το συνοδευτικό βιβλίο και αναζητείστε τις διαφορετικές οπτικές γωνίες από τις οποίες επιχειρείται η προσέγγιση της ιστορίας της Ευρώπης. Ποια η επίδραση των διαφόρων ιστοριογραφικών ρευμάτων σε αυτές τις προσεγγίσεις;

 

Η εργασία αυτή έχει ως στόχο να αναζητηθούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις της ιστορίας της Ευρώπης στη δοθείσα βιβλιογραφία. Συγκεκριμένα θα αναζητηθούν οι επιρροές που είχε ο κάθε ένας από τους εξεταζόμενους συγγραφείς από τα διάφορα ιστοριογραφικά ρεύματα. Με έναν απλούστερο λόγο, θα ερευνήσουμε το αν και το κατά πόσο βρίσκονται σε αυτούς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των κύριων ιστοριογραφικών ρευμάτων, όπως το ποιο είναι το δρών υποκείμενο της ιστορίας, η γραμμικότητα ή όχι της αφήγησης, το χαρακτηριστικό της διεπιστημονικότητας κλπ.

1 – Ιστοριογραφικά ρεύματα

Κρίνεται απαραίτητο να γνωρίσουμε εν συντομία τα κύρια ιστοριογραφικά ρεύματα. Αναμφίβολα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον Ιστορικισμό η γέννηση του οποίου συμπίπτει με την συγκρότηση της Ιστορίας ως επιστημονικού κλάδου. Θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ιστορικισμού είναι η έμφαση στα γεγονότα και ιδιαίτερα στην ιστορική επεξεργασία γεγονότων σχετικών με τις ηγετικές ομάδες, μια αφηγηματική προσέγγιση που περιλαμβάνει την χρήση τεκμηρίων και αρχειακού υλικού για την ιστορική σύνθεσηκ αι την γραμμική προσέγγιση του χρόνου ως φορέα της ιστορίας.[1]

Διαμετρικά αντίθετη τάση προβάλλει η προσέγγιση της Σχολής των Annales όπου η μεθοδολογία της, αντίθετα με τον Ιστορικισμό, χρησιμοποιεί την εξέταση μακρόχρονων φαινομένων και την πολλαπλότητα του χρόνου για την εξέταση της εξέλιξης της κοινωνίας. Έμφαση εδώ, δίνεται στην ανάλυση κοινωνικών και οικονομικών φαινομένων και άλλων χαρακτηριστικών των κοινωνιών.[2] Χρονικά ενδιάμεσος, ο Μαρξισμός επικεντρώνεται στις συγκρούσεις των κοινωνικών τάξεων, με έμφαση στις οικονομικές σχέσεις που σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση συγκροτούν την δομή της κοινωνίας.[3]

2 – Σύγκριση προσεγγίσεων

Μελετώντας από το βιβλίο του Ράπτη το πρώτο κεφάλαιο «Η Ευρώπη στην ύστερη Αρχαιότητα (4ος-7ος αιώνας)», βρισκόμαστε κυρίως σε μια γραμμική χρονολογικά παράθεση της ιστορίας των λαών της Ευρώπης, εστιασμένη στα κρατικά μορφώματα (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και βαρβαρικά βασίλεια) και τους ηγέτες τους. Συγκεκριμένα βρισκόμαστε σε μια σχεδόν στεγνή παράθεση γεγονότων όπως οι μετακινήσεις των λαών, μάχες και ενέργειες των ηγετών, με απόλυτη χρονολογική σειρά (από το παλαιότερο στο νεώτερο).[4] Διαφοροποίηση υπάρχει σε μια μικρή ανάλυση της πρώιμης μεσαιωνικής κοινωνίας όπου γίνεται αναφορά στην δημιουργία πόλεων, στο ρωμαϊκό σύστημα villa, τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς και το δίκαιο, και την θρησκεία.[5] Η επόμενη υποενότητα που αναφέρεται στην χριστιανική εκκλησία και τον μοναχισμό ουσιαστικά επανέρχεται στην πολιτική ιστορία, με δεδομένο ότι αναφέρεται σε θεσμικό επίπεδο στην εκκλησία και την ηγεσία της. [6]

Σε αντιστοιχία στο συνοδευτικό βιβλίο “Οι Ευρωπαίοι“,[7] ο MichelKazanskiαφηγείται τις διαδοχικές μεταναστεύσεις, αφού πρώτα περιγράψει με συντομία τις βαρβαρικές κοινωνίες. Αλλά ο Kazanski δεν μένει εκεί, και τα τελευταία μέρη του άρθρου του περιέχουν μια ανάλυση των κοινωνικών δομών (σχέσεις Ρωμαίων και Βαρβάρων κατά την ανάμιξή τους), καθώς και αναφορές στον υλικό πολιτισμό και την οικονομία.

Σε ένα σύντομο αλλά χαρακτηριστικότερο για την εργασία μας κεφάλαιο, “Η Βυζαντινή Ευρώπη (6ος-12ος αιώνας)”, ο Ράπτης αφιερώνει την πρώτη του ενότητα σε μια ιστορικιστική αφήγηση της πολιτικής ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έτσι, έχουμε μια γοργή χρονικά περιγραφή των έργων των Αυτοκρατόρων και των σχέσεων του Βυζαντίου με άλλα κράτη. Στην προσέγγιση αυτή, σχεδόν απουσιάζουν αναφορές στην κοινωνία που περιέκλειε η Αυτοκρατορία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως η Εικονομαχία όπου η αναφορά είναι αναμενόμενη καθώς κατά μέρος ήταν και πολιτική διαμάχη.[8] Η ίδια προσέγγιση φαίνεται και στην τελευταία ενότητα του κεφαλαίου, που περιγράφει μόνο πολιτικά τις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Βούλγαρους και τους Σλάβους, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στον πολιτισμό και την κοινωνία τους. Ακόμη και ο εκχριστιανισμός τους άλλωστε αναφέρεται περισσότερο ως πολιτικό γεγονός, παρά κοινωνικό φαινόμενο.[9] Το δεύτερο κεφάλαιο της ενότητας ωστόσο, είναι αφιερωμένο στον Βυζαντινό πολιτισμό. Εδώ, οι τέχνες και τα γράμματα είναι το αντικείμενο της ιστορίας, και αναφέρεται στο σύνολο της κοινωνίας, στις υψηλές μορφές της διανόησης αλλά και στα λαϊκά στρώματα. Σε αυτή την περίπτωση ο χρόνος που κυλά γοργά όταν ο Ράπτης αφηγείται γεγονότα με απόλυτη χρονολογική σειρά, είναι ακίνητος καθώς περιγράφει τον Βυζαντινό πολιτισμό στο μακρύ χρονικό διάστημα της χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας.[10]

Στην αντίπερα όχθη, η Ελένη Αρβελέρ στο άρθρο της “Βυζάντιο: Η Χριστιανική Αυτοκρατορία”, δεν ασχολείται καθόλου με την διαδοχή των αυτοκρατόρων και συγκεκριμένα γεγονότα.[11] Αντικείμενά της είναι η πολιτική ιδεολογία και η δομή των θεσμών της Αυτοκρατορίας. Η ιστορία της είναι μια ιστορία των ιδεών, και από αυτή απουσιάζει η χρονικά γραμμική εξιστόρηση γεγονότων και έργων συγκεκριμένων προσώπων. Το Βυζάντιο της Αρβελέρ παρουσιάζεται σε ένα και μόνο χρόνο, μακρύ και ακίνητο. Στο επόμενο άρθρο της η Αρβελέρ, με παρόμοια μέθοδο προσεγγίζει τον Βυζαντινό πολιτισμό: η τέχνη, η γλώσσα, ακόμη και η σεξουαλικότητα είναι ζητήματα που εξετάζονται.[12] Και όχι μόνο αυτά, αλλά καταπιάνεται με σχεδόν όλες τις πτυχές της βυζαντινής κοινωνίας και κράτους, από την διοικητική διαίρεση έως τις κοινωνικές τάξεις.[13] Η Αρβελέρ τονίζει την θέση της Αυτοκρατορίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής, στην οποία και αποδίδει τον χαρακτήρα της. Ο χρόνος ακινητοποιείται, και καθοριστική για την κοινωνία και την οικονομία είναι η γεωγραφική τους θέση όπως και στα μεταπολεμικά Annales.[14] Σε ένα άλλο άρθρο όμως, που αφορά επίσης τον Βυζαντινό κόσμο, ο Βλάσιος Φειδάς παρουσιάζει την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία ως πολιτική και διπλωματική ιστορία, δίνοντας βάρος σε διοικητικές και θεσμικές πλευρές.[15]

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου του Ράπτη, έχουμε διαδοχικές προσεγγίσεις της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας από την πολιτική της πλευρά, αλλά και με ανάλυση της διοικητικής δομής της και αναφορά στον πολιτισμό, αν και αυτή η αναφορά περιορίζεται στον λόγιο και όχι τον λαϊκό πολιτισμό.[16] Το αντίστοιχο άρθρο του KarlFerdinandWerner κατά παρόμοιο τρόπο αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του σε μια γεγονοτολογική αφήγηση της πολιτικής ιστορίας της Αυτοκρατορίας του Καρόλου χωρίς να περιορίζεται μόνο στην παράθεση των γεγονότων αλλά και με εξηγήσεις για τους λόγους που προκάλεσαν αυτά τα γεγονότα.[17] Σε αυτό ο Werner βρίσκεται πολύ κοντά στην θέση του MaxWeber ότι η επιστήμη πέρα από την αντικειμενικότητα αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει και αιτιακή εξήγηση.[18]

Οι προσεγγίσεις του Φεουδαλισμού από τον Ράπτη, αλλά και από τον AleksanderGieysztor αν και με δυσανάλογο μέγεθος έχουν κοινά σημεία, στο ότι παρουσιάζουν μια κοινωνική ιστορία. Ο Gieysztor με εκτενέστερη ανάλυση μας παρουσιάζει την οικονομία του φεουδαλικού κόσμου και τις κοινωνικές δομές που σχηματίζονται γύρω από αυτή.[19]

Τα δύο βιβλία παρουσιάζουν μια πληθώρα επιρροών από αρκετά ιστοριογραφικά ρεύματα με το βιβλίο του Κώστα Ράπτη να βρίσκεται κοντύτερα στον κλασικό ιστορικισμό. Κατά την ομολογία του ίδιου του Ράπτη, εστιάζει κυρίως στην πολιτική ιστορία χωρίς να αναπτύσσει θέματα κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.[20] Βεβαίως γίνονται περιορισμένες αναφορές σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα αλλά σταπρότυπα της Γερμανικής σχολής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας που έδινε βάρος σε διοικητικές και θεσμικές πλευρές.[21]

Στο βιβλίο Οι Ευρωπαίοι, βρισκόμαστε σε μια ποικιλία μεθόδων και προσεγγίσεων, και όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του, «απηχεί τις τάσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας […]»,[22] αρκετά μακριά από τον κλασικό ιστορικισμό. Σε αυτό το έργο, βλέπουμε την προσέγγιση της Ελένης Αρβελέρ αφιερωμένη στην ανάλυση των απρόσωπων θεσμών και του συμπλέγματος κοινωνικών και πολιτικών δομών για την περίοδο και τόπο στον οποίο αναφέρεται, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σχολής των Annales.[23] Ακόμη περισσότερο, σε άλλα άρθρα όπως του DimitriObolensky παρατηρούμε χαρακτηριστικά δείγματα της διεπιστημονικότητας της σχολής των Annales, με χρήση όρων και εργαλείων από την κοινωνική ανθρωπολογία, την σημειολογία και την γλωσσολογία.[24]

Στο σύνολό του όμως το έργο αυτό δεν περιορίζεται σε μια μέθοδο προσέγγισης. Παρά το μεγάλο μέρος κοινωνικής ιστορίας στην οποία η εξιστόρηση γίνεται σε μακρύ έως σχεδόν ακίνητο χρόνο για μια ολόκληρη περίοδο, δεν απουσιάζουν οι αναφορές σε γεγονότα και ρήξεις σε βραχύ χρόνο παρά την θέση των επιμελητών ότι «συχνά εμποδίζουν να διακρίνει κανείς το ουσιώδες από το δευτερεύον».[25] Συνεπώς εδώ βλέπουμε μια νεότερη προσέγγιση και την επιστροφή σε κάποιο βαθμό της πολιτικής ιστορίας όπου συναθροίζονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πεδία και την ανάγκη της κοινωνικής ιστορίας να αναφέρεται σε γεγονότα που μεταβάλλουν την κοινωνική συνέχεια.[26]

3 – Συμπεράσματα

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε δύο έργα που μας εισάγουν στην ιστορία της Ευρώπης με ποικίλους τρόπους. Είναι εμφανές ότι κανείς από τους συγγραφείς (και τους επιμελητές) δεν είναι προσκολλημένος αποκλειστικά σε μια μέθοδο ιστοριογραφίας. Ο καθένας τους ακολουθεί μια προσέγγιση που προτιμά, αλλά επηρεάζεται, ίσως και εκούσια, και από άλλες μεθόδους. Ο Ράπτης δεν θα μπορούσε να παρουσιάσει μια ιστορία της Ευρώπης χωρίς να αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή κοινωνία. Αλλά ούτε και από ένα έργο όπως το Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να απουσιάζουν πρόσωπα και γεγονότα που προκάλεσαν κυματισμούς στην αργή ροή του ευρωπαϊκού χρόνου.

Καθίσταται σαφές, ότι η ιστορική γραφή απηχεί την προσωπικότητα του κάθε συντάκτη και τα ερωτήματα που αυτός επιθυμεί να θέσει, και η μέθοδος που ακολουθείται υποβάλλεται από τα ίδια τα ερωτήματα. Στην περίπτωσή μας, στην απόπειρα συγγραφής μιας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, το γεγονός ότι είναι προτιμότερη η αναφορά σε πολλές Ευρώπες αντίστοιχες με τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει κάποιος, οδηγεί και στην χρήση πολλών μεθόδων, καθώς η εξέταση μιας Ευρώπης από μόνο μία οπτική γωνία θα έδινε περιορισμένες απαντήσεις.

4 – Βιβλιογραφία


 

  • [1]Κατερίνα Μπρέγιαννη, Ιστορία και Ιστοριογραφία: Νεότερες Προσεγγίσεις, ΕΑΠ, Πάτρα 2008 σσ. 23-24
  • [2]Κατερίνα Μπρέγιαννη, ο.π. σσ. 25-26
  • [3]Κατερίνα Μπρέγιαννη, ο.π. σσ. 26-28
  • [4]Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα 1999 σσ. 25-30
  • [5]Κώστας Ράπτης, ο.π. σσ. 31-33
  • [6]Κώστας Ράπτης, ο.π. σσ. 33-34
  • [7]Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, α΄ τόμος, γ’ έκδοση, Σαββάλας, Αθήνα 2003
  • [8]Κώστας Ράπτης, ο.π. σ. 45
  • [9]Κώστας Ράπτης, ο.π. σσ. 51-52
  • [10]Κώστας Ράπτης, ο.π. σσ. 48-50
  • [11]Ελένη Αρβελέρ, «Βυζάντιο: Η Χριστιανική Αυτοκρατορία», Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π.
  • [12]Ελένη Αρβελέρ, «Βυζάντιο: Η Χριστιανική», ο.π. σσ. 164-166
  • [13]Ελένη Αρβελέρ, «Βυζάντιο: Η Χριστιανική», ο.π. σσ. 168-169 και σσ. 173-174
  • [14]Κατερίνα Μπρέγιαννη, ο.π. σσ. 32-33
  • [15]Βλάσιος Φειδάς, «Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία», Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π. σσ. 226-240
  • [16]Κώστας Ράπτης, ο.π. σσ. 60-66
  • [17]KarlFerdinandWerner, «ΗΕυρώπητηνεποχή του Καρλομάγνου», Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π.
  • [18]Γκέοργκ Ίγκερς, Η ιστοριογραφία στον 20ό αιώνα, Νεφέλη, Αθήνα 2006, σ. 60
  • [19]AleksanderGieysztor, «Ύπαιθρος και πόλη, κοινωνίες και κράτη», Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π.
  • [20]Κώστας Ράπτης, ο.π. σ. 17
  • [21]Γκέοργκ Ίγκερς, ο.π. σ. 74
  • [22]Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π., σ. 13
  • [23]Γκέοργκ Ίγκερς, ο.π. σ. 79 και Κατερίνα Μπρέγιαννη, ο.π. σ. 25
  • [24]DimitriObolensky, «Ταυτότητα και συνείδηση στην ανατολική Ευρώπη», Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π. σσ. 278-279
  • [25]Ελένη Αρβελέρ – MauriceAymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, ο.π., σ. 13
  • [26]Κατερίνα Μπρέγιαννη, ο.π. σσ. 44-45

Αφήστε μια απάντηση